Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το τρίχωμα τα τριχώματα
      γενική του τριχώματος των τριχωμάτων
    αιτιατική το τρίχωμα τα τριχώματα
     κλητική τρίχωμα τριχώματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρίχωμα < τρίχα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

τρίχωμα ουδέτερο

  1. το σύνολο των τριχών από ορισμένα μέρη του σώματος (για ανθρώπους) ή από όλο το σώμα (για ζώα)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία