Γαλλικά (fr)Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
poil poils

  ΠροφοράΕπεξεργασία

 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

poil (fr) αρσενικό

  1. η τρίχα
  2. το τρίχωμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία