Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

γουρουνότριχα < γουρούνι + τρίχα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γουρουνότριχα θηλυκό

  1. η σκληρή τρίχα του γουρουνιού
  2. γουρουνίσια τρίχα, κυρίως από τη ράχη, που χρησιμοποιούν οι τσαγκάρηδες ως ψιλή βελόνα.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία