Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βουνό βουνά
γενική βουνού βουνών
αιτιατική βουνό βουνά
κλητική βουνό βουνά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βουνό < μεσαιωνική ελληνική βουνόν < αρχαία ελληνική βουνός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vu.ˈnɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βουνό ουδέτερο

  1. (γεωγραφία) μεγάλο ύψωμα του εδάφους
    ο Όλυμπος κι ο Κίσσαβος, τα δυο βουνά μαλώνουν
  2. (μεταφορικά) μεγάλος φόρτος εργασίας
    άφησε τη δουλειά να μαζευτεί και τώρα του φαίνεται βουνό
  3. η ορεινή εξοχή
    πέρσι περάσαμε τις διακοπές μας στο βουνό

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • η τρέλα δεν πάει στα βουνά, πάει στους ανθρώπους : η τρέλα σχετίζεται με τον άνθρωπο, όχι με τη φύση
  • (παροιμία) μαθημένα τα βουνά στα χιόνια : για ανθρώπους που έχουν συνηθίσει στις ταλαιπωρίες και για αυτό έχουν αντοχή στις δύσκολες στιγμές
  • παίρνω τα βουνά: εγκαταλείπω ότι κάνω και φεύγω ή πάω κάπου περνώντας από δύσβατα μέρη
  • τύχη βουνό: λέγεται για κάτι το οποίο απροσδόκητα βρέθηκε μπροστά μας

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ύψωμα της Γης

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία