Δείτε επίσης: Κατηγορία:Αστουριανή γλώσσα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αστουριανά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αστουριανός στον πληθυντικό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αστουριανά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αστουριανά