Άνοιγμα κυρίου μενού

Ισπανικά (es) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
hora horas

hora (es) θηλυκό



Καταλανικά (ca) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hora (ca)

  1. ώρα



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hora (la) θηλυκό

quota hora est? - τι ώρα είναι;



Πορτογαλικά (pt) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hora (pt) θηλυκό



Σλοβακικά (sk) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

hora 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

hora (sk)

  1. το δάσος
  2. το βουνό



Τσεχικά (cs) Επεξεργασία