Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπέμπα μπέμπες
γενική μπέμπας
αιτιατική μπέμπα μπέμπες
κλητική μπέμπα μπέμπες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπέμπα < μπέμπης + < αγγλική baby

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπέμπα θηλυκό

  1. το θηλυκό μωρό
  2. (μεταφορικά) χαϊδευτικό για τη γυναίκα
  3. γλώσσα που μιλιέται κυρίως στη Ζάμπια και εν μέρει στις γειτονικές της χώρες

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία