πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική góra góry
γενική góry gór
δοτική górze górom
αιτιατική górę góry
οργανική górą górami
τοπική górze górach
κλητική góro góry

  Ετυμολογία

επεξεργασία

góra < από την πρωτοσλαβική gora

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ˈɡura/
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

góra (pl) θηλυκό

  1. (γεωγραφία) βουνό, όρος
  2. το πάνω μέρος
  3. (μεταφορικά) διευθυντική αρχή, οι από πάνω

Δείτε επίσης

επεξεργασία