Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οργανική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου: οργανικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

οργανική θηλυκό

  1. (γλωσσολογία) η πτώση που χρησιμοποιείται όταν το αντικείμενο της πρότασης αποτελεί μέσο ή όργανο για τη δράση του ρήματος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

οργανική