Δείτε επίσης: ὀργανικός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο οργανικός η οργανική το οργανικό
      γενική του οργανικού της οργανικής του οργανικού
    αιτιατική τον οργανικό την οργανική το οργανικό
     κλητική οργανικέ οργανική οργανικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι οργανικοί οι οργανικές τα οργανικά
      γενική των οργανικών των οργανικών των οργανικών
    αιτιατική τους οργανικούς τις οργανικές τα οργανικά
     κλητική οργανικοί οργανικές οργανικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

οργανικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀργανικός (< ὄργανον)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /oɾ.ɣa.niˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ορ‐γα‐νι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

οργανικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται ή έχει σχέση με τα όργανα του σώματος
    οργανική διαταραχή (ενός οργάνου του σώματος)
  2. (χημεία) που περιέχει ή αναφέρεται στον άνθρακα
    οργανικές ενώσεις είναι οι ενώσεις του άνθρακα
    η Οργανική Χημεία είναι ένας από τους δύο μεγάλους κλάδους της Χημείας και μελετά τον άνθρακα και τις ενώσεις του
     αντώνυμα: ανόργανος
  3. (γραμματική)
    οργανική δοτική ή δοτική του οργάνου
  4. βιολογικός, που γίνεται κατά κανόνα με σχετικά φυσικά μέσα
    οργανική καλλιέργεια: γεωργία που γίνεται με φυσικά μέσα, χωρίς χημικά λιπάσματα και παρασιτοκτόνα
    οργανική κτηνοτροφία: κτηνοτροφία που γίνεται χωρίς αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών ή άλλων φαρμάκων, και τα ζώα τρέφονται με τις φυσικές τους τροφές
  5. που αποτελεί βασικό ή θεμελιώδες στοιχείο ενός συνόλου
  6. (μουσική) που εκτελείται από μουσικά όργανα, σε αντιδιαστολή με το φωνητικός (από ανθρώπινες φωνές)
    οργανική και φωνητική μουσική - οργανικό σύνολο
     συνώνυμα: ενόργανος

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • οργανική θέση: θέση στη δημόσια διοίκηση που προβλέπεται να καλύπτεται από μόνιμο υπάλληλο για πάγιες και διαρκείς ανάγκες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία