Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καλλιέργεια οι καλλιέργειες
      γενική της καλλιέργειας των καλλιεργειών
    αιτιατική την καλλιέργεια τις καλλιέργειες
     κλητική καλλιέργεια καλλιέργειες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλλιέργεια < ελληνιστική κοινή καλλιεργία < καλλιεργέω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική culture

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.liˈɛɾ.ʝi.a/
συλλαβισμός: καλ‐λι‐έρ‐γει‐α

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καλλιέργεια θηλυκό

  1. η φύτευση, το πότισμα και η γενική φροντίδα φυτών, συνήθως για ανθρώπινη χρήση, ώστε να ευδοκιμούν
    οι περισσότεροι αγρότες της περιοχής ασχολούνται με την καλλιέργεια της ροδακινιάς
  2. τόπος στον οποίον συστηματικά καλλιεργούνται φυτά
    το κλίμα κάνει τον τόπο ιδανικό για τις ορεινές καλλιέργειες
  3. (μεταφορικά) ενθάρρυνση και υποστήριξη της ανάπτυξης μιας ικανότητας, δεξιότητας, πρακτικής κλπ
    ένας σκοπός του μαθήματος είναι η καλλιέργεια της κριτικής σκέψης
    Η μουσική μου καλλιέργεια ξεκίνησε μ' αυτούς τους ήχους στ' αυτιά μου. (Θανάσης Βαλτινός, Ανάπλους)
  4. (κατ' επέκταση) η δημιουργία συνθηκών, η λήψη των κατάλληλων μέτρων για την ανάπτυξη κάποιου πράγματος
    η καλλιέργεια καλύτερων σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία