Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βιολογικός η βιολογική το βιολογικό
      γενική του βιολογικού της βιολογικής του βιολογικού
    αιτιατική τον βιολογικό τη βιολογική το βιολογικό
     κλητική βιολογικέ βιολογική βιολογικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βιολογικοί οι βιολογικές τα βιολογικά
      γενική των βιολογικών των βιολογικών των βιολογικών
    αιτιατική τους βιολογικούς τις βιολογικές τα βιολογικά
     κλητική βιολογικοί βιολογικές βιολογικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βιολογικός < γαλλική biologique < biolog(ie) (βιολογία βιο-) + -ique (-ικός). Το ελληνιστικό βιολογικός, διαφορετικό

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /vi.o.lo.ʝiˈkos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βιολογικός

  1. σχετικός με τη βιολογία
  2. που καλλιεργείται χωρίς τη χρήση συνθετικών χημικών (εντομοκτόνων, ζιζανιοκτόνων, κλπ.), την προσθήκη ορμονών, και τη γενετική τροποποίηση
    βιολογική καλλιέργεια

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία


Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική βιολογικός βιολογική τὸ βιολογικόν
      γενική τοῦ βιολογικοῦ τῆς βιολογικῆς τοῦ βιολογικοῦ
      δοτική τῷ βιολογικ τῇ βιολογικ τῷ βιολογικ
    αιτιατική τὸν βιολογικόν τὴν βιολογικήν τὸ βιολογικόν
     κλητική ! βιολογικέ βιολογική βιολογικόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ βιολογικοί αἱ βιολογικαί τὰ βιολογικᾰ́
      γενική τῶν βιολογικῶν τῶν βιολογικῶν τῶν βιολογικῶν
      δοτική τοῖς βιολογικοῖς ταῖς βιολογικαῖς τοῖς βιολογικοῖς
    αιτιατική τοὺς βιολογικούς τὰς βιολογικᾱ́ς τὰ βιολογικᾰ́
     κλητική ! βιολογικοί βιολογικαί βιολογικᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ βιολογικώ τὼ βιολογικᾱ́ τὼ βιολογικώ
      γεν-δοτ τοῖν βιολογικοῖν τοῖν βιολογικαῖν τοῖν βιολογικοῖν
2η κλίση, Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βιολογικός < βιολόγ(ος) + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βιολογικός (ελληνιστική κοινή)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία