Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λοφάκι < λόφος + κατάληξη υποκοριστικού -άκι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λοφάκι ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία