Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοιλάδα οι κοιλάδες
      γενική της κοιλάδας των κοιλάδων
    αιτιατική την κοιλάδα τις κοιλάδες
     κλητική κοιλάδα κοιλάδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
κοιλάδα στη Βρετανία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοιλάδα < αρχαία ελληνική κοιλάς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ciˈla.ða/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοιλάδα θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία