Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μακρόστενος < μακρύς + στενός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μακρόστενος, -η, -ο

  1. μακρύς και στενός· που χαρακτηρίζεται από μεγάλο μήκος σχετικά με το πλάτος του

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία