Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κοίλωμα τα κοιλώματα
      γενική του κοιλώματος των κοιλωμάτων
    αιτιατική το κοίλωμα τα κοιλώματα
     κλητική κοίλωμα κοιλώματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοίλωμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοίλωμα ουδέτερο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία