Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοιλότητα οι κοιλότητες
      γενική της κοιλότητας των κοιλοτήτων
    αιτιατική την κοιλότητα τις κοιλότητες
     κλητική κοιλότητα κοιλότητες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοιλότητα < αρχαία ελληνική κοιλότης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοιλότητα θηλυκό

  1. η κοίλη περιοχή μιας επιφάνειας ή ενός σώματος
  2. (ανατομία) κοίλη περιοχή του σώματος, ιδίως αυτή που περιέχει εσωτερικά όργανα
  3. (μαθηματικά) η ιδιότητα μιας κοίλης συνάρτησης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία