Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

dent (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

dent (en)

  • προκαλώ ένα βαθούλωμα χτυπώντας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

dent 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

dent (fr)