Ετυμολογία

επεξεργασία
εσωτερικά < εσωτερικ(ός) +

  Επίρρημα

επεξεργασία

εσωτερικά

  1. στο εσωτερικό, μέσα
  2. όσον αφορά στο εσωτερικό

Άλλες μορφές

επεξεργασία

Αντώνυμα

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική τα εσωτερικά
      γενική των εσωτερικών
    αιτιατική τα εσωτερικά
     κλητική εσωτερικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

εσωτερικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

  Κλιτικός τύπος επιθέτου

επεξεργασία

εσωτερικά