Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η επικράτεια οι επικράτειες
      γενική της επικράτειας
& επικρατείας
των επικρατειών
    αιτιατική την επικράτεια τις επικράτειες
     κλητική επικράτεια επικράτειες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επικράτεια < αρχαία ελληνική ἐπικράτεια ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική état)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επικράτεια θηλυκό

  1. (νομική) η γεωγραφική περιοχή όπου ασκεί την εξουσία του κι έχει αρμοδιότητες ένα κράτος
  2. (βιολογία), (ταξινομία) η ανώτατη ταξινομική βαθμίδα για τα έμβια όντα. Την ακολουθεί το βασίλειο

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία