Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εξουσία εξουσίες
γενική εξουσίας εξουσιών
αιτιατική εξουσία εξουσίες
κλητική εξουσία εξουσίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξουσία < αρχαία ελληνική ἐξουσία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εξουσία θηλυκό

  • η δυνατότητα, με βάση νόμο, παράδοση κλπ, που έχει κάποιος να επιβάλλει τη θέλησή του σε άλλους
  • η δυνατότητα που έχει ένα κράτος να ελέγχει ή να υπαγορεύει τις ενέργειες του λαού του


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία