Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πληρεξούσιος η πληρεξούσια το πληρεξούσιο
      γενική του πληρεξούσιου της πληρεξούσιας του πληρεξούσιου
    αιτιατική τον πληρεξούσιο την πληρεξούσια το πληρεξούσιο
     κλητική πληρεξούσιε πληρεξούσια πληρεξούσιο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πληρεξούσιοι οι πληρεξούσιες τα πληρεξούσια
      γενική των πληρεξούσιων των πληρεξούσιων των πληρεξούσιων
    αιτιατική τους πληρεξούσιους τις πληρεξούσιες τα πληρεξούσια
     κλητική πληρεξούσιοι πληρεξούσιες πληρεξούσια
Κατηγορία όπως «ωραίος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πληρεξούσιος < πλήρης + εξουσία + -ος ((μεταφραστικό δάνειο) ιταλική plenipotenziario)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

πληρεξούσιος, -α, -ο

  1. (νομικός όρος) που του έχει εκχωρηθεί το δικαίωμα ενέργειας για λογαριασμό κάποιου άλλου (σε δικαιοπραξία)
  2. (ιστορία) λαϊκός αντιπρόσωπος σε συνέλευση
  3. (ουσιαστικοποιημένο) πληρεξούσιος: κάποιος που του έχει εκχωρηθεί το δικαίωμα ενέργειας για λογαριασμό άλλου
  4. (ουσιαστικοποιημένο) πληρεξούσιο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία