Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνέλευση συνελεύσεις
γενική συνέλευσης
& συνελεύσεως
συνελεύσεων
αιτιατική συνέλευση συνελεύσεις
κλητική συνέλευση συνελεύσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συνέλευση < ελληνιστική κοινή συνέλευσις < συνέρχομαι. Βλέπε και έλευση.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συνέλευση θηλυκό

  1. η οργανωμένη συγκέντρωση και συνεδρίαση προσώπων που ανήκουν σε ένα οργανωμένο σύνολο, με σκοπό τη συζήτηση και πιθανόν τη λήψη αποφάσεων
    αύριο θα συγκληθεί η ετήσια τακτική γενική συνέλευση του σωματείου μας

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία