Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

assembly (en)

  1. συνέλευση, συνάθροιση, συναγωγή
    • διάταξη σε οργανωμένο-λειτουργικό σύνολο
  2. συναρμολόγηση
  3. συστοιχία που επιτελεί συγκεκριμένο έργο και είναι παρατεταμένη με τρόπο που συμβάλλει σ' αυτό
  4. (γλώσσες προγραμματισμού) συμβολόγλωσσα,[1] η συμβολική γλώσσα (προγραμματισμού), σύντμηση του όρου assembly language

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Γλωσσάριο. Προσπέλαση 23/10/2019