Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συστοιχία οι συστοιχίες
      γενική της συστοιχίας των συστοιχιών
    αιτιατική τη συστοιχία τις συστοιχίες
     κλητική συστοιχία συστοιχίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συστοιχία < αρχαία ελληνική συστοιχία (στήλη)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συστοιχία θηλυκό

  1. σύνολο ομοειδών αντικειμένων ή γεγονότων τοποθετημένα σε ορισμένη τάξη στο χώρο ή το χρόνο
    συστοιχία πλανητών
    το άλσος Συγγρού διακρίνεται για τις ιδιαίτερα πυκνές συστοιχίες δένδρων του
    αυτός ο στίχος συγκροτεί μία συστοιχία μοναδικών εικόνων, συναισθημάτων και σκέψεων


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία