Δείτε επίσης: στοίχος, στίχος

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική στοῖχος στοίχω στοῖχοι
Γενική στοίχου στοίχοιν στοίχων
Δοτική στοίχ στοίχοιν στοίχοις
Αιτιατική στοῖχον στοίχω στοίχους
Κλητική στοῖχε στοίχω στοῖχοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στοῖχος < στείχω (από ετεροίωση)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στοῖχος αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία