Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αράδα οι αράδες
      γενική της αράδας των αράδων
    αιτιατική την αράδα τις αράδες
     κλητική αράδα αράδες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αράδα < μεσαιωνική ελληνική ἀράδα < σλαβική ред (γραμμή, σειρά) < πρωτοσλαβική γλώσσα *rędъ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *arēydʰ- / *rēydʰ- / *rīdʰ- < *ar (πβ. ἀραρίσκω) (άλλη άποψη: < βενετική arada: αυλάκι που δημιουργείται από το αλέτρι, αλετριά)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αράδα θηλυκό

  1. γραμμή, σειρά από πρόσωπα ή πράγματα
  2. γραμμή, στίχος σε κείμενο
    η πρώτη αράδα του αφηγήματος.

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αράδα και στην αράδα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία