Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αραδιαστά < αραδιαστός

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αραδιαστά

  • στη σειρά, με οργανωμένο τρόπο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

αραδιαστά