Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αυλάκι τα αυλάκια
      γενική του αυλακιού των αυλακιών
    αιτιατική το αυλάκι τα αυλάκια
     κλητική αυλάκι αυλάκια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυλάκι < μεσαιωνική ελληνική αυλάκι(ν) < ελληνιστική κοινή αὐλάκιον, υποκοριστικό του αὖλαξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αυλάκι ουδέτερο

  1. τεχνητό ή φυσικό βαθούλωμα στο έδαφος, που εκτείνεται σε μήκος και μέσα στο οποίο ρέει νερό (ή άλλο υγρό)
     συνώνυμα: χαντάκι, κανάλι, οχετός, (ρυάκι)
  2. το αντίστοιχο τεχνητό όρυγμα, που χρησιμοποιείται για τη σπορά ή το φύτεμα
     συνώνυμα: αυλακιά
  3. φυσική ή τεχνητή χάραξη σε μια επιφάνεια (ξύλινη, πέτρινη κ.λπ.)
  4. το ίχνος που αφήνουν στο έδαφος οι τροχοί ενός τροχοφόρου
     συνώνυμα: αυλακιά, αυλάκωση, αυλάκωμα
  5. η υδάτινη γραμμή πίσω από ένα πλεούμενο που κινείται
     συνώνυμα: απονέρι, απόνερο
  6. (σπάνιο) ορμίσκος
  7. (προφορικό) ο ισθμός της Κορίνθου

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • βάζω/μπήκε το νερό στ' αυλάκι
  • κάτω απ' τ' αυλάκι
  • κύλησε πολύ νερό στ' αυλάκι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία