Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η χάραξη οι χαράξεις
      γενική της χάραξης
χαράξεως*
των χαράξεων
    αιτιατική τη χάραξη τις χαράξεις
     κλητική χάραξη χαράξεις
* παλιότερος λόγιος τύπος
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάραξη < (καθαρεύουσα) χάραξις < ελληνιστική κοινή χάραξις με πικίλες έννοιες < αρχαία ελληνική χάραξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χάραξη θηλυκό

  1. το χάραγμα σαν ενέργεια, η ενέργεια του χαράζω, η εντομή, το τράβηγμα μιας γραμμής με τη βοήθεια το χάρακα σε χαρτί ή το χάραγμα σε μια οποιαδήποτε επιφάνεια
  2. (μεταφορικά) ο σχεδιασμός μιας ενέργειας, μιας πολιτικής, ο ορισμός της βασικής κατεύθυνσής της

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία