Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική χάραξ χάρακε χάρακες
Γενική χάρακος χαράκοιν χαράκων
Δοτική χάρακι χαράκοιν χάραξι
Αιτιατική χάρακα χάρακε χάρακας
Κλητική χάραξ χάρακε χάρακες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χάραξ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gʰer- ‎(γρατσουνώ, ξύνω) (ίδιου θέματος με τα χαράδρα, χαράσσω, χαρακτήρ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χάραξ

  1. μυτερός πάσσαλος
  2. ράβδος με διχάλα για να στερεώνονται τα αμπέλια
  3. φράγμα
  4. στρατόπεδο περιφραγμένο με πασσάλους

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία