Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κανάλι τα κανάλια
      γενική του καναλιού των καναλιών
    αιτιατική το κανάλι τα κανάλια
     κλητική κανάλι κανάλια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κανάλι < μεσαιωνική ελληνική κανάλι(ν) < ελληνιστική κοινή κανάλιον < λατινική canalis < canna < αρχαία ελληνική κάννα (καλάμι) (αντιδάνειο)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kaˈna.li/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κανάλι ουδέτερο

  1. υδάτινο πέρασμα
    1. διώρυγα
    2. δίαυλος
    3. λούκι
  2. μια ορισμένη περιοχή συχνοτήτων
    συντόνισέ το στο κανάλι 50 των UHF
  3. τηλεοπτικός σταθμός
    αυτός ο παρουσιαστής φέτος πήγε σε άλλο κανάλι
  4. διαδικτυακός τόπος όπου γίνεται chat
    το #wiktionary-el είναι το κανάλι IRC του Βικιλεξικού
  5. σύνολο ατόμων, υλικού, θέσεων μεταφοράς ανθρώπων, υλικού, πληροφοριών ή καταστάσεων
    οι πληροφορίες του δεν είναι πάντα από αξιόπιστα κανάλια
    η εταιρεία μας διανέμει τα προϊόντα μέσα από δικά της εμπορικά κανάλια'
    το Διαδίκτυο είναι ένα σύγχρονο κανάλι επικοινωνίας και άντλησης πληροφοριών
  6. δίαυλος καταγραφής ήχου ή κατά πλάτος (και όχι διάρκεια-μήκος) υποδιαίρεση μαγνητοταινίας
    πέρασε σήμα από διπλανό κανάλι (στην μπομπίνα)
  7. (ανατομία) διάφορες αύλακες στο σώμα, νευρικό κανάλι κτλ.
  8. (τηλεπικοινωνίες, δίκτυο υπολογιστών) link: τα υλικά μέσα (hardware) που συνδέουν τους κόμβους (nodes) ενός δικτύου, όπως ειδικά ηλεκτρικά καλώδια, οπτικές ίνες, ηλεκτρομαγνητικά κύματα (στα ασύρματα δίκτυα), κλπ.
     συνώνυμα: ζεύξη

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  • υποκανάλι (κανάλι που υπάγεται σε κανάλι· πχ με περιορισμένη/συγκεκριμένη θεματική/θεματολογία)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία