Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χαντάκι χαντάκια
γενική χαντακιού χαντακιών
αιτιατική χαντάκι χαντάκια
κλητική χαντάκι χαντάκια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χαντάκι < αραβική خندق (khandaq) < αρχαία περσική kandak

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χαντάκι ουδέτερο

  1. μακρόστενο σκαφτό ρηχό βαθούλωμα
    έβρεξε πολύ στο δρόμο και τα χαντάκια του έγιναν χείμαρροι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία