Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκαφτός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σκαφτός

  1. αυτός που έγινε με σκάψιμο
    στο γκολφ ο στόχος είναι βάλεις τη μπάλα σε μια σκαφτή τρύπα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία