Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ρηχός ρηχή
ρηχιά
ρηχό
γενική ρηχού ρηχής
ρηχιάς
ρηχού
αιτιατική ρηχό ρηχή
ρηχιά
ρηχό
κλητική ρηχέ ρηχή
ρηχιά
ρηχό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ρηχοί ρηχές ρηχά
γενική ρηχών ρηχών ρηχών
αιτιατική ρηχούς ρηχές ρηχά
κλητική ρηχοί ρηχές ρηχά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ρηχός < αρχαία ελληνική ῥηχός < ῥαχός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɾi.ˈxɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ɾi.ˈçi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ɾi.ˈxɔ/ ουδέτερο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ρηχός

  1. (για υδάτινη έκταση) με μικρό βάθος
  2. (για δοχεία, σκεύη) με μικρό βάθος αναλογικά με τη διάμετρό τους
  3. (για έργα τέχνης) χωρίς βαθύ περιεχόμενο· επιφανειακός
  4. (για συναισθήματα) χωρίς ένταση και βάθος
  5. (για χαρακτήρες) χωρίς πνευματικές αναζητήσεις και βάθος σκέψης· μονοδιάστατος· επιπόλαιος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία