Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επιπόλαιος < αρχαία ελληνική ἐπιπόλαιος (επιφανειακός) < ἐπιπολή (επιφάνεια)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

επιπόλαιος, -η, -ο

  1. (για πρόσωπα) που δεν σκέπτεται σοβαρά πριν κάνει κάτι, απερίσκεπτος
  2. (ενέργεια) που γίνεται απερίσκεπτα ή χωρίς την απαιτούμενη προσοχή, πρόχειρος, επιφανειακός
  3. χωρίς βάθος, ασήμαντος
    επιπόλαιο αίσθημα
  4. (για τραύμα) επιφανειακός, ασήμαντος, όχι σοβαρός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία