Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο βαθύς η βαθιά το βαθύ
      γενική του βαθιού
βαθύ
της βαθιάς του βαθιού
βαθύ
    αιτιατική τον βαθύ τη βαθιά το βαθύ
     κλητική βαθύ βαθιά βαθύ
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι βαθιοί
βαθείς
οι βαθιές τα βαθιά
      γενική των βαθιών των βαθιών των βαθιών
βαθέων
    αιτιατική τους βαθιούς
βαθείς
τις βαθιές τα βαθιά
     κλητική βαθιοί
βαθείς
βαθιές βαθιά
Κατηγορία όπως «βαθύς» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαθύς < αρχαία ελληνική βαθύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰewb- (βάθος, βαθύς)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαθύς, -ιά, -ύ

  • επίθετο που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την φυσική ιδιότητα ενός ουσιαστικού ως προς:
    1. την 'αντίθετη' διάσταση του ύψους (απόσταση προς τον ουρανό), την απόσταση δηλαδή προς την γη.
    2. την απόσταση από τον παρατηρητή καθώς κοιτάζει προς τα κάτω (ή καμμιά φορά προς τα μέσα).
    3. (μεταφορικά) το εύρος (όπως των γνώσεων)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

όπως



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Κλίση
(Παρατηρήσεις)
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βαθύς βαθεῖα βαθύ βαθεῖς βαθεῖαι βαθέα
Γενική βαθέος βαθείας βαθέος βαθέων βαθειῶν βαθέων
Δοτική βαθεῖ βαθείᾳ βαθεῖ βαθέσι βαθείαις βαθέσι
Αιτιατική βαθύν βαθεῖαν βαθύ βαθεῖς βαθείας βαθέα
Κλητική βαθύ βαθεῖα βαθύ βαθεῖς βαθεῖαι βαθέα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βαθέε βαθεία βαθέε
Γενική-Δοτική βαθέοιν βαθείαιν βαθέοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βαθύς < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰewb- (βάθος, βαθύς)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

βαθύς, -εῖα, -ύ

  1. βαθύς
  2. παχύς, χονδρός
  3. άφθονος
  4. συνετός, σώφρων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία