Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σώφρων σώφρων σώφρον
γενική σώφρονος
σώφρονα
σώφρονος σώφρονος
αιτιατική σώφρονα σώφρονα σώφρον
κλητική σώφρονα σώφρονα σώφρον
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σώφρονες σώφρονες σώφρονα
γενική σωφρόνων σωφρόνων σωφρόνων
αιτιατική σώφρονες σώφρονες σώφρονα
κλητική σώφρονες σώφρονες σώφρονα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σώφρων < σώφρων

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ο, η σώφρων, το σώφρον

  • θα ήταν σώφρον από πλευράς τους να μη φέρουν αντιρρήσεις, γιατί θα ωφεληθούν
  • είναι σώφρων άνδρας/γυναίκα
  • αυτό που έκανε δεν δείχνει σώφρονα άνθρωπο

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑντώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ σώφρων τὸ σῶφρον οἱ, αἱ σώφρονες τὰ σώφρονα
Γενική τοῦ, τῆς σώφρονος τοῦ σώφρονος τῶν σωφρόνων τῶν σωφρόνων
Δοτική τῷ, τῇ σώφρονι τῷ σώφρονι τοῖς, ταῖς σώφροσι(ν) τοῖς σώφροσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν σώφρονα τὸ σῶφρον τοὺς, τὰς σώφρονας τὰ σώφρονα
Κλητική σῶφρον σῶφρον σώφρονες σώφρονα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική σώφρονε
Γενική-Δοτική σωφρόνοιν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σώφρων < σῶς + φρήν

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ο, η σώφρων, το σῶφρον

  1. ο υγιής στο νου, με σώες τις φρένες
  2. ο φρόνιμος, ο συνετός, ο πρέπων ο εγκρατής, ο νηφάλιος, ο προσεκτικός

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία