Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η σωφροσύνη οι σωφροσύνες
      γενική της σωφροσύνης των (σωφροσυνών)
    αιτιατική τη σωφροσύνη τις σωφροσύνες
     κλητική σωφροσύνη σωφροσύνες
Κατηγορία όπως «σκόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σωφροσύνη < αρχαία ελληνική σωφροσύνη < σώφρων σωφρον- + -σύνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σωφροσύνη θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
σωφροσῠνα-
ονομαστική σωφροσύνη αἱ σωφροσύναι
      γενική τῆς σωφροσύνης τῶν σωφροσυνῶν
      δοτική τῇ σωφροσύν ταῖς σωφροσύναις
    αιτιατική τὴν σωφροσύνην τὰς σωφροσύνᾱς
     κλητική ! σωφροσύνη σωφροσύναι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  σωφροσύν
γεν-δοτ τοῖν  σωφροσύναιν
Το φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'γνώμη', Κατηγορία 'δίκη' όπως «βελόνη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σωφροσύνη, ήδη τον 6ο αιώνα στον Θέογνι < σώφρων, σωφρον- + -σύνη [1]

ζητούμενο λήμμα

  ΠηγέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.