Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική προσεκτικός προσεκτική προσεκτικό
γενική προσεκτικού προσεκτικής προσεκτικού
αιτιατική προσεκτικό προσεκτική προσεκτικό
κλητική προσεκτικέ προσεκτική προσεκτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική προσεκτικοί προσεκτικές προσεκτικά
γενική προσεκτικών προσεκτικών προσεκτικών
αιτιατική προσεκτικούς προσεκτικές προσεκτικά
κλητική προσεκτικοί προσεκτικές προσεκτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσεκτικός < αρχαία ελληνική προσεκτικός < προσέχω < πρός + ἔχω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /pɾo.se.ktiˈkos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

προσεκτικός, -ή, -ό

  1. που προσέχει, που σκέφτεται ή ενεργεί με προσοχή
  2. που γίνεται με προσοχή
  3. (κατ’ επέκταση) συνετός
  4. (κατ’ επέκταση) επιφυλακτικός

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία