Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πλεούμενο πλεούμενα
γενική πλεούμενου πλεούμενων
αιτιατική πλεούμενο πλεούμενα
κλητική πλεούμενο πλεούμενα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλεούμενο < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλεούμενο ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία