Ετυμολογία

επεξεργασία
φινίρω < (άμεσο δάνειο) ιταλική finir(e) (τελειώνω, σπανιότερα: τελειοποιώ) [1] + [2] < → και δείτε το λατινικό finis (τέλος) [3]

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /fiˈni.ro/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φι‐νί‐ρω

φινίρω, πρτ.: φινίριζα, αόρ.: φινίρισα, παθ.φωνή: φινιρίζομαι, π.αόρ.: φινιρίστηκα, μτχ.π.π.: φινιρισμένος

  1. (λαϊκότροπο) κάνω τις τελευταίες επεξεργασίες σε κάτι
     συνώνυμα: τελειοποιώ
  2. (ιδιωματικό όπως στα Επτάνησα [4] ή λαϊκό)
    1. (αμετάβατο) τελειώνω, φαλιρίζω
    2. (αμετάβατο) τελειώνω, καταντάω εν τέλει
      ※  Διονύσιος Ρώμας, 1906-1961. «Το ρεμπελιό των ποπολάρων» στις τριλογίες Περίπλους απόσπασμα@books.google
      Έτσι φινίρισα να μπαρκάρω σ' ευτούνο δω το πλεούμενο και ν' αρμενίζω μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει για τη φαμόζα Πόλη, τη μυριοτραγουδισμένη, που τσι επαίνους για τσι εμορφιές και τα πλούτια τση ακούμε τζα από τα μικράτα μας

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)
  2. φινιρισμένος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  3. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
  4. Κοντομίχης, Πανταζής (2001). Λεξικό του λευκαδίτικου γλωσσικού ιδιώματος (Ιδιωματικό - ερμηνευτικό - λαογραφικό) [Λαογραφικά Λευκάδας, αρ. 7], Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.