Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλέω < αρχαία ελληνική πλέω

  ΡήμαΕπεξεργασία

πλέω

  1. ταξιδεύω σε λίμνη, ποταμό ή θάλασσα
  2. (μεταφορικά) έχω κάτι σε μεγάλη ποσότητα
  3. επιπλέω

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλέω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *plew-

  ΡήμαΕπεξεργασία

πλέω

  1. πλέω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία