πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο -ούμενος η -ούμενη το -ούμενο
      γενική του -ούμενου της -ούμενης του -ούμενου
    αιτιατική τον -ούμενο τη(ν) -ούμενη το -ούμενο
     κλητική -ούμενε -ούμενη -ούμενο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι -ούμενοι οι -ούμενες τα -ούμενα
      γενική των -ούμενων των -ούμενων των -ούμενων
    αιτιατική τους -ούμενους τις -ούμενες τα -ούμενα
     κλητική -ούμενοι -ούμενες -ούμενα
ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

επεξεργασία
-ούμενος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική -ούμενος < (Χρειάζεται επεξεργασία) [1]

-ούμενος, -η, -ο

  1. κατάληξη σχηματισμού μετοχών παθητικού ενεστώτα ρημάτων σε -ούμαι (ενεργητικός τύπος της παλιάς κλίσης σε -έω ή -όω)
    αγνοούμενος, ευνοούμενος, χαρούμενος
  2. (Χρειάζεται επεξεργασία)
    καλοστεκούμενος
     δείτε και -άμενος

Δείτε επίσης

επεξεργασία

Αναφορές

επεξεργασία
  • -ούμενος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)