Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στείχω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *steigʰ- «περπατώ». Συγγενές με το γερμανικά steigen «ανεβαίνω» και το σερβοκροατικά сти̏гнути (stȉgnuti) «έρχομαι».

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

στείχω (ποιητικός τύπος, επικός τύπος)

  1. βαδίζω, περπατώ, πηγαίνω
  2. βαδίζω σε σειρά, σε στοίχους, πάω σε πόλεμο
  3. φεύγω, αποχωρώ

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
στείχω
στείχω
στείχοιμι
-
σύ
στείχεις
στείχῃς
στείχοις
στεῖχε
οὖτος
στείχει
στείχ
στείχοι
στειχέτω
ἡμεῖς
στείχομεν
στείχωμεν
στείχοιμεν
-
ὑμεῖς
στείχετε
στείχητε
στείχοιτε
στείχετε
οὗτοι
στείχουσι(ν)
στείχωσι(ν)
στείχοιεν
στειχόντων / στειχέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
στείχειν
στείχων
στείχουσα
στεῖχον
Ενεργητικός Αόριστος β'
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική υποτακτική ευκτική προστακτική
ἐγώ
ἔστιχον
στίχω
στίχοιμι
-
σύ
ἔστιχες
στίχῃς
στίχοις
στίχε
οὖτος
ἔστιχε
στίχ
στίχοι
στιχέτω
ἡμεῖς
ἐστίχομεν
στίχωμεν
στίχοιμεν
-
ὑμεῖς
ἐστίχετε
στίχητε
στίχοιτε
στίχετε
οὗτοι
ἔστιχον
στίχωσι(ν)
στίχοιεν
στιχόντων / στιχέτωσαν
ονοματικοί
τύποι
απαρέμφατο μετοχή
στιχεῖν
στιχών
στιχοῦσα
στιχόν