Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

steigen 

  ΡήμαΕπεξεργασία

steigen (de)

  1. ανεβαίνω, αυξάνομαι, μεγαλώνω
    die Temperatur steigt - ανεβαίνει η θερμοκρασία
  2. ανεβαίνω {πάνω σε κάτι)
    auf einen Berg steigen - ανεβαίνω πάνω σε ένα βουνό