Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατηγορία κατηγορίες
γενική κατηγορίας κατηγοριών
αιτιατική κατηγορία κατηγορίες
κλητική κατηγορία κατηγορίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατηγορία < αρχαία ελληνική κατηγορία < κατήγορος < κατά + αγορεύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατηγορία θηλυκό

  1. η απόδοση μομφής σε κάποιον, η δήλωση ότι κάποιος είναι ένοχος για μια ενέργεια, διέπραξε κάτι επιβλαβές σε βάρος άλλου ή κάτι παράνομο ή κάτι ανήθικο
     συνώνυμα: καταγγελία
  2. η ομάδα στην οποία ανήκει ένα είδος, το σύνολο ομοίων πραγμάτων ή ιδεών
     συνώνυμα: ομάδα, τάξη, σύνολο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία