Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ανήθικος ανήθικη ανήθικο
γενική ανήθικου ανήθικης ανήθικου
αιτιατική ανήθικο ανήθικη ανήθικο
κλητική ανήθικε ανήθικη ανήθικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανήθικοι ανήθικες ανήθικα
γενική ανήθικων ανήθικων ανήθικων
αιτιατική ανήθικους ανήθικες ανήθικα
κλητική ανήθικοι ανήθικες ανήθικα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανήθικος < αν- στερητικό + ηθικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ανήθικος -η -ο

  1. χαρακτηρισμός για πρόσωπο που παραβιάζει τους αποδεκτούς ηθικούς κανόνες
  2. χαρακτηρισμός για ενέργεια που αντιβαίνει στην ηθική
  3. (ειδικότερα) χαρακτηρισμός για ενέργεια που αντιβαίνει στην κρατούσα ηθική σχετικά με τις σεξουαλικές σχέσεις
    ανήθικες προτάσεις

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία