Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παράνομος η παράνομη το παράνομο
      γενική του παράνομου της παράνομης του παράνομου
    αιτιατική τον παράνομο την παράνομη το παράνομο
     κλητική παράνομε παράνομη παράνομο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παράνομοι οι παράνομες τα παράνομα
      γενική των παράνομων των παράνομων των παράνομων
    αιτιατική τους παράνομους τις παράνομες τα παράνομα
     κλητική παράνομοι παράνομες παράνομα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παράνομος < αρχαία ελληνική παράνομος < παρά + νόμος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παράνομος -η -ο

  1. ο εκτός των ορίων του νομίμου, είτε λόγω έλλειψης των απαραίτητων προϋποθέσεων του νομίμου, είτε λόγω συμπλήρωσης των προϋποθέσεων αλλά με παρουσία επιπλέον στοιχείων που καθιστούν ρητά το σύνολο παραβατικό του νόμου
  2. ο αντίθετος με τις κοινωνικές συμβάσεις, ακόμη κι αν δεν απαγορεύεται από τους νόμους
    είχε μια παράνομη σχέση με τη γραμματέα του

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παράνομος αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παράνομος < παρά + νόμος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

παράνομος αρσενικό

  1. παράνομος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παράνομος

  1. παράνομος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία