Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ʔɔʁ.la.lwa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
hors-la-loi hors-la-loi

hors-la-loi (fr) αρσενικό ή θηλυκό